'χει

ἔχει , ἔχις
viper
masc nom/voc/acc dual (attic epic)
ἔχεϊ , ἔχις
viper
masc dat sg (epic)
ἔχει , ἔχις
viper
masc dat sg (attic ionic)
ἔχει , ἔχω
check
pres ind mp 2nd sg
ἔχει , ἔχω
check
pres ind act 3rd sg
ἔχει , χάω
imperf ind act 3rd sg (attic epic ionic)
ἔχει , χέω
diffuse completely
imperf ind act 3rd sg (attic epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • χεί — τὸ, Α βλ. χι …   Dictionary of Greek

  • χεῖ — χάω pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) χάω pres imperat act 2nd sg (attic epic ionic) χάω pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) χάω imperf ind act 3rd sg (attic epic ionic) χέω diffuse completely pres ind mp 2nd sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χέι, Τζον — (Hay, 1838 – 1905). Αμερικανός συγγραφέας και πολιτικός. Όταν αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο του Μπράουν, εξάσκησε αρχικά το επάγγελμα του δικηγόρου στο Σπρίγκφιλντ, αλλά λίγο αργότερα όταν ανέλαβε πρόεδρος των ΗΠΑ ο Αβραάμ Λίνκολν, διορίστηκε… …   Dictionary of Greek

  • χείλε' — χεί̱λεα , χεῖλος lip neut nom/voc/acc pl (epic ionic) χεί̱λει , χεῖλος lip neut nom/voc/acc dual (attic epic) χεί̱λεϊ , χεῖλος lip neut dat sg (epic ionic) χεί̱λει , χεῖλος lip neut dat sg χεί̱λεε , χεῖλος lip neut nom/voc/acc dual (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χείλει — χεί̱λει , χεῖλος lip neut nom/voc/acc dual (attic epic) χεί̱λεϊ , χεῖλος lip neut dat sg (epic ionic) χεί̱λει , χεῖλος lip neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χείλη — χεί̱λη , χεῖλος lip neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) χεί̱λη , χεῖλος lip neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειλέων — χεῑλέων , χεῖλος lip neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειλῶν — χεῑλῶν , χεῖλος lip neut gen pl (attic epic doric) χειλόω pres part act masc voc sg (doric aeolic) χειλόω pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) χειλόω pres part act masc nom sg χειλόω pres inf act (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειμάτων — χεῑμάτων , χεῖμα winter weather neut gen pl χειμά̱των , χειμάω pres imperat act 3rd pl χειμά̱των , χειμάω pres imperat act 3rd dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χείλεα — χεί̱λεα , χεῖλος lip neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.